υπεραγαπώ


υπεραγαπώ
ὑπεραγαπῶ, -άω, ΝΜΑ
αγαπώ πάρα πολύ κάποιον ή κάτι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • υπεραγαπώ — [ипэрагапо] р. очень сильно любить, обожать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • υπεραγαπώ — υπεραγάπησα, υπεραγαπήθηκα, υπεραγαπημένος, αγαπώ υπερβολικά, λατρεύω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑπεραγαπῶ — ὑ̱περαγαπῶ , ὑπεραγαπάω love exceedingly imperf ind mp 2nd sg ὑπεραγαπάω love exceedingly pres imperat mp 2nd sg ὑπεραγαπάω love exceedingly pres subj act 1st sg (attic epic ionic) ὑπεραγαπάω love exceedingly pres ind act 1st sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έχω — (I) (ΑΜ ἔχω) 1. κρατώ κάτι στα χέρια μου, είμαι ο κάτοχος (κύριος, ιδιοκτήτης) ενός πράγματος («έχει σπίτια και κτήματα») 2. (για προσωπική κράτηση) κρατώ, φυλάω («τόν έχουν μέσα» ή «τόν έχουν στη φυλακή») 3. (για δήλωση συγγενικού δεσμού ή άλλης …   Dictionary of Greek

  • πολυαγαπώ — άω, Ν 1. αγαπώ κάποιον ή κάτι πολύ, υπεραγαπώ 2. (ως θηλ. ουσ.) η πολυαγαπώ η πολυαγαπημένη 3. (συν. η μτχ. παθ. παρακμ.) πολυαγαπημένος, η, ο πολυαγάπητος …   Dictionary of Greek

  • υπεραγαπητός — ή,. ό, Ν πάρα πολύ αγαπητός. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπεραγαπώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1835 στον Γ. Μελισταγή] …   Dictionary of Greek

  • υπερστέργω — Α αγαπώ υπερβολικά, υπεραγαπώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + στέργω «αγαπώ»] …   Dictionary of Greek

  • υπερφιλώ — έω, ΜΑ υπεραγαπώ, αγαπώ πάρα πολύ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + φιλῶ «αγαπώ»] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.